Ο άντρας παλιάς κοπής, είναι αναντικατάστατος

Άνδρας Παλαιάς Κοπής(ΑΠΚ), gentleman, κύριος με όλη τη σημασία της λέξης, «κύριος με το Κάππα κεφαλαίο».
Ποια είναι αυτά τα συστατικά και χαρακτηριστικά, τα οποία καθιστούν κάποιον άνδρα, παλαιάς κοπής;
Επιχειρώ να καταγράψω κάποια απ΄αυτά.
Κύριο χαρακτηριστικό του ΑΠΚ είναι ότι ξέρει να φέρεται προς όλους. «“Όταν δε λέμε όλους εννοούμε όλους.» (Γυναίκες, υφισταμένους, παιδιά, αδύναμους, σερβιτόρους)
Η στάση του απέναντι στις γυναίκες είναι κάτι το οποίο κάθιστά τον ΑΠΚ διακριτό από μακρυά. Όταν μια κυρία είναι μαζί του δεν πληρώνει ποτέ η κυρία. Αν ο άνδρας δεν έχει χρήματα, προφασίζεται πονοκέφαλο και δεν βγαίνει μαζί της.=

Όταν είναι μαζί με μία κυρία, αυτή δεν πιάνει ποτέ πορτοφόλι, πόμολο, μπουκάλι και αναπτήρα.

Ο ΑΠΚ δεν ρωτά που θα πάνε, πηγαίνει από το σπίτι της την πηγαίνει όπου αυτός κρίνει και την επιστρέφει ΠΑΝΤΑ στο σπίτι της, έστω κι αν αυτός μένει στο Περιστέρι , αυτή στη Βουλιαγμένη και έχουν βγει στο Μαρούσι.
Ο ΑΠΚ δεν διαλαλεί, ούτε αφήνει υπονοούμενα σχετικά με τη σχέση την οποία έχει με κυρίες.
Δεν αναφέρεται ποτέ σε ερωτικά κατορθώματα, παιγνίδια επιβολής εξαιρετικές επιδόσεις κλπ.
Δεν αγγίζει ποτέ μια γυναίκα εκτός από μία απλή χειραψία. Εξαιρούνται η κόρη του, η συζυγός του και η ερωμένη του. Παλιότερα φορώντας καπέλο χαιρετούσαν ανασηκώνοντας το.
Δεν εκφράζει ποτέ δημοσίως το θαυμασμό του για άγνωστες κυρίες οι οποίες περνούν τυχαίως από μπροστά του πόσο μάλλον εμπλέκοντας και την μητέρα του. («Τι είσαι μάνα μου!!!»)
Δεν κτυπά ποτέ κάποια κυρία εκτός σεξ, αλλά και στο σεξ χρειάζεται η συγκατάθεση της κυρίας.

Δεν φλερτάρει ποτέ κάποια, αν συνοδεύει μία άλλη.
Δεν βιάζει ποτέ κάποιον ή κάποια ούτε σωματικά ούτε ψυχολογικά.
Ξέρει να ντυθεί αναλόγως της περίστασης. Η σαγιονάρα, η άσπρη κάλτσα (εκτός αθλητικής περιβολής), η βερμούδα εκτός παραλίας, πρέπει να απαγορευτούν.
Αναλαμβάνει τις ευθύνες των αποφάσεων του, των ενεργειών του και της τυχούσας εξουσίας (Έχω βαρεθεί να ακούω χρόνια πολλά μεγαλοεπιχειρηματίες οι οποίοι δεν γνώριζαν τι έπρατταν οι υφιστάμενοί τους.)

Ο ΑΠΚ δεν χρειάζεται να βρίζει, αρκεί μία ειρωνική φράση να βάλει τους άλλους στη θέση τους.
Δεν είναι φανατικός με τίποτα (Ποδόσφαιρο , θρησκεία, κόμματα) και δεν είναι φανατικός γιατί είναι σκεπτόμενος και γνωρίζει ότι όλα στη ζωή έχουν τις αδυναμίες τους.

Δεν χάνει το χιούμορ του ποτέ.

Δεν επιδεικνύει ποτέ μα ποτέ, τίποτα μα τίποτα. Δεν νοιώθει περήφανος για το αυτοκίνητο το οποίο κατέχει  τη βίλα, την πισίνα, τα λεφτά, τη θέση.
Στα καφέ δεν κάθεται μισοξαπλωμένος καπνίζοντας πουράκλα κοιτώντας το ταβάνι.
Δεν φορά χρυσά κοσμήματα πλην συγκεκριμένων κι ελαχίστων.
Δεν ασχολείται όλη μέρα με το κορμί του και το προσωπό του. Κυρίως δε, δεν θεωρεί ότι θα γίνει αρεστός σε μία κυρία αν της μιλά διαρκώς για την αποτρίχωση του και την κρέμα νυκτός την οποία χρησιμοποιεί.
Δεν μιλά για ανθρώπους και αντικείμενα αλλάζοντας το μέγεθός τους (ψαρούκλα, γκομενάκι, αυτοκινητάρα, γυναικάρα μου…)
Ο λόγος του είναι συμβόλαιο.
Δεν κρύβεται ποτέ και από κανέναν εκτός και είναι τρομοκράτης.
Δεν λέει ποτέ «θα δούμε» . Ξέρει πάντα τι πρέπει να γίνει και τι θέλει να γίνει..
Είναι φιλάνθρωπος χωρίς να το ξέρει κανείς.
Ανοίγοντας τη πόρτα μιας τουαλέτας αν μέσα είναι μία κυρία, ο ΑΠΚ θα πει «Με συγχωρείτε κύριε, δεν το ήξερα«.

Όλα αυτά και άλλα πολλά υπαγορεύουν μια συμπεριφορά η οποία καθιστά έναν άνδρα Άνδρα Παλαιάς Κοπής. Μια τέτοια συμπεριφορά συχνά γίνεται αντικείμενο χλευασμού από τους άλλους άλλα ποιος ασχολείται με υποκείμενα τέτοιου διαμετρήματος;

Όσο για τις κυρίες, οι οποίες κρυφογελούν με τέτοιες συμπεριφορές, να ξέρετε ότι τρία πράγματα μπορεί να συμβαίνουν:

– δεν έχουν παιδεία
– έχουν προσδιορίσει τον εαυτό τους ως   «ταγάρι»
– «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια».

Οι κυρίες αυτές για τον ΑΠΚ είναι αόρατες, δεν υφίστανται.

Μάγκας θα είσαι όταν θα την κάνεις να γελάει

Οι άνθρωποι πολλά πράγματα τα ξεχνούν. Χαρές, λύπες, στιγμές που έχεις περάσει μαζί τους μπορούν να αποτελέσουν μεμιάς παρελθόν κι αυτό μονάχα κακό δεν είναι, αλλά δε θα το συζητήσουμε τώρα αυτό. Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος και κόβω το χέρι μου. Πως όσο κι αν έχει προχωρήσει κανείς, όσα βήματα μακριά από σένα κι αν έχει κάνει, δε σε ξεχνάει.

Για τις στιγμές που ήσουν χάλια και σε έκανε να σκάσεις στα γέλια. Για τις στιγμές που δεν είχες όρεξη ούτε να πετάξεις ένα αχνό χαμόγελο, κι εκείνος χτυπιέται και σε πιάνει σπαστικό γέλιο. Είναι νόμος, είναι αξίωμα πως αυτές οι στιγμές μένουν χαραγμένες στο κεφάλι σου.

Ξέρεις τι φταίει; Η τόσο απότομη εναλλαγή συναισθημάτων. Δεν είναι εύκολο να έχεις ψυχολογία στα Τάρταρα κι ο άνθρωπός σου να σε κάνει να κυλιέσαι στα πατώματα. Θέλει κόπο, θέλει προσπάθεια κι υπομονή γαϊδουρινή. Πολλοί θα σε έγραφαν. Θα γυρνούσαν πλευρό στο κρεβάτι, ή θα σου έδιναν ένα φιλί για καληνύχτα και θα τελείωναν όλα εκεί. «Θα περάσει, θα δεις. Όλα θα πάνε καλά». Όλα περνούν, καμία διαφωνία σε αυτό. Θα ξυπνήσει ο άνθρωπός σου το επόμενο πρωί και θα έχει μαλακώσει, θα έχει φύγει η στεναχώρια.

Αλλά η μαγκιά ξέρεις ποια είναι; Να μην τον αφήσεις να κοιμηθεί με μούτρα κατεβασμένα και μάτια βουρκωμένα. Να μην κλείσεις τα μάτια σου αν δε βεβαιωθείς πως ο κόμπος από το στομάχι του έχει φύγει. Να το βάλεις στόχο, πως αν δεν κάνεις το πλάσμα δίπλα σου να γελάσει, δε θα κοιμηθείς. Στις σχέσεις πρέπει να γινόμαστε σαν μικρά παιδιά. Τσαρλατάνος να γίνεις αν χρειαστεί, αρκεί η θλίψη, το άγχος, η στεναχώρια να φύγει μακριά και στη θέση τους να μπει ένα πλατύ χαμόγελο.

Και μετά το χαμόγελο θα έρθει κι η αγκαλιά. Μετά την αγκαλιά η ηρεμία. Κανένας χρόνος και κανένας ύπνος δεν μπορεί να ηρεμήσει τον άνθρωπό σου όσο μπορείς εσύ ο ίδιος. Γι’ αυτό, εκείνο το βράδυ μην κοιμηθείς.

Εκείνο το βράδυ σκάρωσε τα πιο αστεία στιχάκια. Πες της ανέκδοτα που σκαρφίζεσαι εκείνη τη στιγμή, σήκωσέ την από το κρεβάτι και χορέψτε, χαρίζοντάς της τις πιο αστείες φιγούρες που έχει δει ποτέ. Καν’ της καντάδα με στίχους ηλίθιους, ερωτική εξομολόγηση για το πόσο ποθείς τις μασχάλες της και πόσο την αγαπάς όταν πατάει το καζανάκι.

Ο έρωτας σε κάνει μικρό παιδί. Δε σε αφήνει να νοιαστείς για το αν δείχνεις όμορφος στα μάτια της, αν είναι σωστά σιδερωμένο το πουκάμισό σου κι αν έχεις χτενίσει όμορφα τα μαλλιά σου. Ο έρωτας είναι ο βασιλιάς των λεπτομερειών, των μικρών στιγμών.

Σε διαβεβαιώνω, δε θα θυμάται το άρωμα που φορούσες, ούτε τι χρώμα πουκάμισο είχες βάλει. Δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ όμως, το γέλιο της μια στιγμή που δεν το περίμενε ούτε εκείνη απ’ τον εαυτό της. Δε θα ξεχάσει ποτέ τον τρόπο που τον έκανες να βάλει τα γέλια χαρίζοντάς του ένα κομπλιμέντο για τη μύτη του, τη στιγμή που η θλίψη τον είχε περικυκλώσει.

Τα βράδια που ο άνθρωπός σου δεν μπορεί να σου χαρίσει ούτε ένα τόσο δα χαμογελάκι, κάνε μου τη χάρη και μην κοιμηθείς. Κανένας δεν αξίζει να κοιμάται πνιγμένος στη στεναχώρια του. Κι επειδή θα υπάρξουν στιγμές που ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι στεναχωρημένος κι εσύ να μην είσαι πια εκεί, φρόντισε, σε παρακαλώ, να χαρίσεις πολλά αξέχαστα βράδια, φρόντισε να γεμίσεις την πλάση με χαμόγελα.

Οι Έλληνες περνούν καλά…

Οι Έλληνες περνούν καλά…

Πόσο γελοίο ακούγεται…
Υπάρχουν ακόμα ηλίθιοι που μετράνε τη ζωή με το αν είναι γεμάτη μια καφετέρια. Όχι δεν πάμε καλά…

Υπάρχουν ακόμα ανόητοι που θεωρούν «καλά» το ότι είναι εντάξει με τις τράπεζες και την εφορία.
Πως καλά είμαστε ακόμα γιατί ένα μέρος του πληθυσμού μπορεί ακόμα και τη βγάζει καθαρή μέσα στο μεγάλο σφαγείο.
Επειδή δεν έχει έρθει η σειρά τους.
Επειδή ο χασάπης τους έχει ακόμα στη κατάψυξη να σιτέψουν καλά…

Όχι δεν περνάμε καλά.
Γιατί πίσω από το γέλιο στη καφετέρια και το χαβαλέ διακρίνεις τα άφτιαχτα δόντια που αρχίζουν και σαπίζουν ένα ένα κι έχει μπει ο οδοντίατρος στη λίστα των αχρείαστων ειδών.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί βλέπεις τις πόλεις να έχουν γεμίσει από κακοσυντηρημένα αυτοκίνητα «χιλιάρια» ή το πολύ «χιλιοτετρακοσάρια», που σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο τα δίνουν για να μαθαίνουν τα παιδιά τους να οδηγούν, πριν τους αγοράσουν το καινούργιο σεντάν των 2.500 κυβικών…

Γιατί βάφεσαι και φτιάχνεσαι για το ραντεβουδάκι αλλά στο σπίτι οι υπόλοιποι θα τη περάσουν με κουβέρτα δίπλα σε ένα αερόθερμο του κώλου.
Γιατί και το πετρέλαιο είναι στην ίδια λίστα με τον οδοντίατρο, εκείνες τις εξετάσεις που αναβάλεις, το φαί ποιότητας, το φρεσκάρισμα στο σπίτι που αρχίζει και βγάζει μούχλα, και σιγά σιγά τα υπόλοιπα είδη ενός «πολιτισμένου κόσμου» που θα μπουν στην ίδια λίστα σαν περιττές δαπάνες.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί αυτό το νεαρό παιδί χώθηκε κάπου με τρία κατοστάρικα, αλλά δεν έχει όνειρα. Πάει να πιει το ποτάκι του μόλις καβατζώσει ένα μεροκάματο γιατί νιάτο είναι, αλλά μέχρι εκεί φτάνουν τα όνειρα του. Μερικά 24ωρα μπροστά και πολύ λέω.

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί στο παππού δώσανε κάτι κωλογενόσημα αγνώστου προελεύσεως που δεν τα ξέρει ούτε η μάνα τους και θέλει να τα ξεφορτωθεί η κινέζικη φαρμακοβιομηχανία της πλάκας..

Όχι δεν περνάμε καλά, γιατί για τρίτο συνεχή χρόνο δεν ανάβουμε καλοριφέρ

Όχι δεν είμαστε καλά, γιατί όλη αυτή η κίνηση, είναι το τρεξιμο ανθρώπων που δεν ελπίζουν σε τίποτα πια, δεν έχουν τίποτα, αλλά δεν είναι κι ελεύθεροι.
Ξυπνάνε και κοιμούνται με τη σκέψη τι θα είναι η έλλειψη της επόμενης μέρας. Αν θα κάνουν αυτό αντί για εκείνο. Γιατί πλέον δεν έχουμε τη πολυτέλεια να τα κάνουμε και τα δυο ακόμα κι αν αυτά είναι βασικές ανάγκες.

Ναι έτσι γουστάρουν και γυρνάνε με το αυτοκίνητο τσάρκα.
Μήπως θα μάθετε ποτέ πόσοι τσακωμοί προηγήθηκαν στο σπίτι;
Πόσα γαμοσταυρίδια πέσανε πριν ξεμυτίσει η χαρούμενη οικογένεια για τη βόλτα της;
Μήπως θα μάθετε πόσοι κοιμούνται χαπακωμένοι και πόσοι δεν κοιμούνται καθόλου πια;
Μπορεί κανείς να συλλάβει ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΑPΡΩΣΤΕΙΑΣ;
Όχι δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί δεν στο λέω και δεν μου το λες.
Γιατί ξυπνάμε και κοιμόμαστε σ΄ενα χώρο που έχει ξεχάσει πλέον τι είναι ζωή, δικαίωμα, πραγματική ανάγκη.

Ανάγκη έχει γίνει να πληρώσεις.
Ανάγκη έχει γίνει να είσαι εντάξει απέναντι στους τοκογλύφους, να μην κινδυνέψεις για τα «μεγάλα» να σε ξεσπιτώσουν, να μην έχεις φαί, να μην έχεις που να κοιμηθείς.
Οτιδήποτε πάνω από αυτό ονομάζεται «εντάξει είμαστε»
Τόσο άθλιο, τόσο μίζερο το τοπίο της νεοφώτιστης μπανανίας της Ευρώπης.

Είναι σαν να βλέπεις μια δύστυχη να κάνει πιάτσα για ένα δεκάρικο, κι επειδή θα γυρίσει σπίτι έχοντας αγοράσει δυο πιτόγυρα μετά το πήδημα, θα θεωρείται πως «εντάξει είναι μωρέ» δε τρέχει και τίποτα.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αυτή τη στιγμή τρέμουν στην ιδέα πως θα κάνει βαρύ χειμώνα γιατί της θέρμανσης προηγούνται τα χαράτσια, δεν γίνεται να τα καλύψεις και τα δύο.

Στρατιές από ανθρώπους που η υγεία τους πάει κατά διαόλου για χίλιους δυο λόγους, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο, την αφήνουν στην άκρη γιατί προηγούνται οι φόροι, οι τράπεζες, οι ΔΕΚΟ, να ζήσουμε να τους θυμόμαστε…

Οι Έλληνες περνάνε καλά.
Φυσικά όταν το καλά το υποβιβάσεις στο επιβιώνω, κι επίσης αν σ΄αυτό συνυπολογίσεις μια χούφτα καραγκιόζηδες που ούτε τους νοιάζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, αρκεί ο κώλος τους να είναι καλά, το σώνεις το πράγμα.

Όμως πόσο θα το σώσεις ακόμα λέγοντας αηδίες και ψευτιές.
Πόσο θα κρατήσει η βιτρίνα πριν να φανεί η βρώμα που κρύβεται από πίσω;
Και δεν εννοώ πως θα γίνει κάποιος ξεσηκωμός.
Δεν είναι πανάκεια, πλέον, πως τη φτώχεια και τη δυστυχία θα την ακολουθήσει η Νέμεση.
Μπορεί απλά να δεις γύρω σου τη χώρα των ζόμπι.
Των ζωντανών νεκρών. The walking dead της Μεσογείου…

Ανθρωποι ήδη σέρνονται άσκοπα χωρίς να ξέρουν ούτε τι κάνουν σ΄αυτή τη ζωή , ούτε που πάνε. Ξυπνάνε κοιμούνται σαν ρομποτάκια, χωρίς καν να έχουν ιδέα πως είναι κάτι τέτοιο..
Αυτό είναι το χειρότερο αλλά το αναπόφευκτο στα ζόμπι.
Κάποιο θόρυβο ακούν κι ακολουθούν, αν τους σφυρίξεις από την άλλη θα πάνε από εκεί. Μόλις μυρίσουν φαΐ θα ρθουν..

Ναι οι Έλληνες περνάνε καλά στο κολαστήριο.
Εχει καπαρώσει ο καθένας τη τιμωρία του και αυτομαστιγώνεται.
Εκατό φορές τη μέρα «θα είμαι καλό παιδί» Δεν θα ξανακάνω ζαβολιές.
Μαζί τα φάγαμε και τώρα αναδρομικά θα ξεράσουμε και το γάλα της μάνας μας.
Έτσι γιατί οι κύριοι καθηγητές επιβάλλουν συμμόρφωση και τάξη.
Κι όπως λέει κι ο ποιητής όταν ακούς τάξη.. ανθρώπινο κρέας μυρίζει.

Βλέπετε καφετέριες γεμάτες; Τα μπαράκια; Τις ταβέρνες;
Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο με το Χότζα και τον αφέντη του.
Του λέει ο αφέντης του τρέχα βάλε φόρους κι έλα να μου πεις.
Πράγματι βάζει και την άλλη μέρα του δίνει αναφορά.
Εχουν αναστατωθεί όλοι αγά μου τι θα κάνουμε;
Βάλε κι άλλους φόρους του λέει κι έλα πάλι.
Αγά μου γίνεται χαμός, φωνάζουν, βρίζουν τι κάνουμε;
Ρίξε κι άλλους φόρους κι έλα να μου πεις.
Αγά μου τώρα έχουν βγάλει κάτι μαχαίρια και τ΄ακονίζουν θα μας σφάξουν.
Τώρα του λέει ρίξε και τα χειρότερα χαράτσια αυτά που ξεπερνάνε κάθε όριο κι έλα να μου πεις.
Γυρνάει ο Χότζας πίσω και του λέει, αγά μου συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Εχουν ησυχάσει όλοι, έχουν γεμίσει τις ταβέρνες, τα μαγαζιά, γελάνε, πίνουν, τραγουδάνε…
Αυτό είναι το χειρότερο λέει ο αγάς. Κατάλαβαν που το πάμε και θα τα φάνε όλα, θα τα κάψουν αλλά εμείς δεν θα πάρουμε άλλο φράγκο. Τώρα αρχίζει ο κίνδυνος.

Ο Έλληνας τη πάτησε με το χρηματιστήριο, οι πρώτες κασέλες αδειάσανε, τώρα αδειάζουν και τα ρέστα..
Οσοι κρατιούνται καλά φεύγουν, όσοι μείνουν, σε λίγο καιρό, θα νοιώθουν αυτό ακριβώς που τους θεωρεί το σύστημα. Τίποτα. Ο κανένας.
Ολη αυτή η κίνηση, όλη αυτή η υποταγή ακόμα είναι γιατί ο άλλος θυμάται ακόμα το ονομά του.

Μια σπίθα ν΄ανάψει στο μυαλό της ζόμπιλαντ και θα γίνει ένα γενικευμένο χασάπικο… Κι όποιος επιβιώσει.
Το να γυρίζεις ένα λαό στο μεσαίωνα και να νομίζεις πως όλα θα πάνε καλά είναι γελοίο. Ο άνθρωπος ήταν και θα είναι πάντα το πιο άγριο θηρίο.
Η ταμπέλα του πολιτισμένου κρέμεται επάνω του όσο του δίνεις την ευκαιρία να ονειρεύεται πως είναι κάτι άλλο.
Οσο του δίνεις τα εφόδια να γίνει κάτι άλλο.
Με τη μόρφωση, με την υγεία, με τη τέχνη, με την αίσθηση πως είναι ΑΣΦΑΛΗΣ στη φωλίτσα του.
Αν του τα πάρεις όλα αυτά και τον βάλεις να παίξει σε επίπεδο επιβίωσης ίσως ανακαλύψεις πως ο πολιτισμός δεν πέρασε από πάνω του ούτε μια μέρα…

Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν καίγεται το πορτοφόλι απλά, δεν καίγονται τα παλιόχαρτα. Καίγονται νευρώνες αλύπητα, καίγονται συναισθήματα, όνειρα, ελπίδες, καίγονται όλες οι ασφάλειες…
Κι αργά ή γρήγορα θα έρθει το βραχυκύκλωμα που θα κατεβάσει το γενικό.

Και τότε, πραγματικά θα περάσουμε καλά!